Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einbringen
01
συνεισφέρω, συμμετέχω
Sich aktiv mit Ideen, Meinungen oder Taten an etwas beteiligen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
bringen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bringe ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
bringt ein
ενεστώτα μετοχή
einbringend
απλός αόριστος
brachte ein
παθητική μετοχή
eingebracht
Παραδείγματα
Die Schüler brachten sich lebhaft in die Diskussion ein.
Οι μαθητές συμμετείχαν ζωντανά στη συζήτηση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
einbringen
ein
bringen



























