Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einbringen
01
συνεισφέρω, συμμετέχω
Sich aktiv mit Ideen, Meinungen oder Taten an etwas beteiligen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
bringen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bringe ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
bringt ein
ενεστώτα μετοχή
einbringend
απλός αόριστος
brachte ein
παθητική μετοχή
eingebracht
Παραδείγματα
Er brachte innovative Vorschläge ins Projekt ein.
Έφερε καινοτόμες προτάσεις στο έργο.
Λεξικό Δέντρο
einbringen
ein
bringen



























