Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einbrechen
01
παραβιάζω, διαρρήσσω
Illegal in ein Gebäude eindringen, oft durch Aufbrechen von Türen oder Fenstern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
brechen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
breche ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
bricht ein
ενεστώτα μετοχή
einbrechend
απλός αόριστος
brach ein
παθητική μετοχή
eingebrochen
Παραδείγματα
Nach dem Einbruch fehlten wertvolle Gegenstände.
Μετά την διάρρηξη, έλειπαν πολύτιμα αντικείμενα.



























