Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Eigenbedarf
[gender: masculine]
01
προσωπική χρήση, προσωπικές ανάγκες
Der persönliche Bedarf des Eigentümers oder einer berechtigten Person an einer Sache, der Vorrang vor anderen Nutzungen hat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Eigenbedarf(e)s
Παραδείγματα
Er trinkt den Wein nicht, er hortet ihn für Eigenbedarf.
Δεν πίνει το κρασί, το συσσωρεύει για προσωπική χρήση.



























