Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Eigenbedarf
01
προσωπική χρήση, προσωπικές ανάγκες
Der persönliche Bedarf des Eigentümers oder einer berechtigten Person an einer Sache, der Vorrang vor anderen Nutzungen hat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Eigenbedarf(e)s
Παραδείγματα
Der Vermieter kündigte die Wohnung wegen Eigenbedarfs.
Ο ιδιοκτήτης διέκοψε τη μίσθωση λόγω προσωπικής ανάγκης.



























