drehen
dre
ˈdʁe:
dre
hen
ən
ēn
drohen

Ορισμός και σημασία του "drehen"στα γερμανικά

drehen
01

περιστρέφω, γυρίζω

Sich um die eigene Achse bewegen 
drehen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
drehe
γ΄ ενικό πρόσωπο
dreht
ενεστώτα μετοχή
drehend
απλός αόριστος
drehte
παθητική μετοχή
gedreht
Παραδείγματα
Die Erde dreht sich um die Sonne. 

Η Γη περιστρέφεται γύρω από τον Ήλιο.

02

περιστρέφεται γύρω από, έχει κεντρικό θέμα

Ein zentrales Thema haben 
drehen definition and meaning
Παραδείγματα
Alles dreht sich um Geld. 

Όλα περιστρέφονται γύρω από τα χρήματα.

03

γυρίζω, περιστρέφω

Etwas in eine Richtung bewegen oder rotieren lassen 
drehen definition and meaning
Παραδείγματα
Dreh den Wasserhahn zu! 

Γύρισε τη βρύση !

04

γυρίζω

Eine filmische Aufnahme machen 
Παραδείγματα
Sie drehen gerade eine Szene im Park. 

Αυτή τη στιγμή γυρίζουν μια σκηνή στο πάρκο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store