Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
drehen
[past form: drehte]
01
περιστρέφω, γυρίζω
Sich um die eigene Achse bewegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
drehe
γ΄ ενικό πρόσωπο
dreht
ενεστώτα μετοχή
drehend
απλός αόριστος
drehte
παθητική μετοχή
gedreht
Παραδείγματα
Der Lüfter dreht sich zu schnell.
Ο ανεμιστήρας περιστρέφεται πολύ γρήγορα.
02
περιστρέφεται γύρω από, έχει κεντρικό θέμα
Ein zentrales Thema haben
Παραδείγματα
Die Geschichte dreht sich um einen Detektiv.
Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από έναν ντετέκτιβ.
03
γυρίζω, περιστρέφω
Etwas in eine Richtung bewegen oder rotieren lassen
Παραδείγματα
Der Mechaniker drehte an der Schraube.
Ο μηχανικός γύρισε τη βίδα.
04
γυρίζω
Eine filmische Aufnahme machen
Παραδείγματα
Er drehte heimlich mit seinem Handy.
Αυτός γύριζε κρυφά με το κινητό του τηλέφωνο.



























