draußen
drau
ˈdʁaʊ̯
ντραου
ßen
sən
σαν

Ορισμός και σημασία του "draußen"στα γερμανικά

01

έξω, εκτός

Im Freien, nicht in einem Gebäude 
draußen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Die Kinder spielen draußen. 

Τα παιδιά παίζουν έξω.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store