Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Drehort
[gender: masculine]
01
τόπος γυρισμάτων, τοποθεσία γυρισμάτων
Der konkrete Ort, an dem Szenen für einen Film oder eine Serie gedreht werden
Παραδείγματα
Am Drehort herrschte eine konzentrierte Atmosphäre.
Στο σύνολο γυρίσματος, επικρατούσε μια συγκεντρωμένη ατμόσφαιρα.


























