der drehort
drehort
dʁe:ʔɔʁt
dreawrt

Ορισμός και σημασία του "drehort"στα γερμανικά

01

τόπος γυρισμάτων, τοποθεσία γυρισμάτων

Der konkrete Ort, an dem Szenen für einen Film oder eine Serie gedreht werden 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Drehorte
γενική πτώση
Drehort(e)s
Παραδείγματα
Der Drehort für die Wüstenszenen war in Marokko. 

Ο τόπος γυρίσματος για τις σκηνές της ερήμου ήταν στο Μαρόκο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store