der Drehort
Pronunciation
/ˈdʀeːˌʔɔʁt/

Ορισμός και σημασία του "drehort"στα γερμανικά

Der Drehort
[gender: masculine]
01

τόπος γυρισμάτων, τοποθεσία γυρισμάτων

Der konkrete Ort, an dem Szenen für einen Film oder eine Serie gedreht werden
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Drehort(e)s
πληθυντικός τύπος
Drehorte
Παραδείγματα
Am Drehort herrschte eine konzentrierte Atmosphäre.
Στο σύνολο γυρίσματος, επικρατούσε μια συγκεντρωμένη ατμόσφαιρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store