Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bringen
01
φέρνω, πηγαίνω
Etwas oder jemanden von einem Ort zum anderen mitnehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bringe
γ΄ ενικό πρόσωπο
bringt
ενεστώτα μετοχή
bringend
απλός αόριστος
brachte
παθητική μετοχή
gebracht
Παραδείγματα
Kannst du mir bitte ein Glas Wasser bringen?
Μπορείς να μου φέρεις ένα ποτήρι νερό, παρακαλώ;
02
παρουσιάζω, υποβάλλω
Etwas offiziell übergeben oder vorstellen
Παραδείγματα
Der Chef bringt die neuen Pläne im Meeting.
Ο διευθυντής παρουσιάζει τα νέα σχέδια στη συνάντηση.
03
φέρνω, παρακινώ
Jemanden dazu bewegen, etwas zu tun
Παραδείγματα
Seine Worte brachten sie zum Weinen.
Τα λόγια του την έκαναν να κλάψει.
04
καταφέρνω, τα καταφέρνω
Etwas erfolgreich erledigen oder bewältigen
Παραδείγματα
Sie bringt es immer pünktlich zur Arbeit.
Πάντα καταφέρνει να φτάσει στην εργασία εγκαίρως.



























