blöken
Pronunciation
/ˈbløːkn̩/

Ορισμός και σημασία του "blöken"στα γερμανικά

blöken
[past form: blökte]
01

βέλασμα, βέλασμα

Der Laut, den Schafe oder Ziegen machen
blöken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
blöke
γ΄ ενικό πρόσωπο
blökt
ενεστώτα μετοχή
blökend
απλός αόριστος
blökte
παθητική μετοχή
geblökt
Παραδείγματα
Die Kinder lachen, als das Schaf blökt.
Τα παιδιά γελούν όταν το πρόβατο βελάζει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store