Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
blöken
[past form: blökte]
01
βέλασμα, βέλασμα
Der Laut, den Schafe oder Ziegen machen
Παραδείγματα
Die Kinder lachen, als das Schaf blökt.
Τα παιδιά γελούν όταν το πρόβατο βελάζει.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
βέλασμα, βέλασμα