Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Blutabnahme
[gender: feminine]
01
λήψη αίματος, αίματος
Das Entnehmen von Blut zu medizinischen Zwecken
Παραδείγματα
Der Arzt erklärte den Grund für die Blutabnahme.
Ο γιατρός εξήγησε τον λόγο της λήψης αίματος.


























