bewirken
Pronunciation
/bəˈvɪʁkn̩/

Ορισμός και σημασία του "bewirken"στα γερμανικά

bewirken
01

προκαλώ, επιφέρω

Eine bestimmte Wirkung oder ein Ergebnis herbeiführen
bewirken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
wirken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bewirke
γ΄ ενικό πρόσωπο
bewirkt
ενεστώτα μετοχή
bewirkend
απλός αόριστος
bewirkte
παθητική μετοχή
bewirkt
Παραδείγματα
Was bewirkt, dass du dich so verhältst?
Τι προκαλεί να συμπεριφέρεσαι έτσι ;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store