Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bewirken
01
προκαλώ, επιφέρω
Eine bestimmte Wirkung oder ein Ergebnis herbeiführen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
wirken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bewirke
γ΄ ενικό πρόσωπο
bewirkt
ενεστώτα μετοχή
bewirkend
απλός αόριστος
bewirkte
παθητική μετοχή
bewirkt
Παραδείγματα
Was bewirkt, dass du dich so verhältst?
Τι προκαλεί να συμπεριφέρεσαι έτσι ;



























