betreuen
bet
ˈbət
bēt
reuen
ʁɔʏən
rawuēn
betreibenbereuenbestreuenbetreten

Ορισμός και σημασία του "betreuen"στα γερμανικά

betreuen
01

φροντίζω, περιποιούμαι

Sich um jemanden kümmern und Verantwortung übernehmen 
betreuen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
treuen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
betreue
γ΄ ενικό πρόσωπο
betreut
ενεστώτα μετοχή
betreuend
απλός αόριστος
betreute
παθητική μετοχή
betreut
Παραδείγματα
Die Mutter betreut ihr krankes Kind. 

Η μητέρα φροντίζει το άρρωστο παιδί της.

02

εποπτεύω, διαχειρίζομαι

Für ein Projekt oder eine Aufgabe verantwortlich sein 
betreuen definition and meaning
Παραδείγματα
Er betreut das neue IT-Projekt in der Firma. 

Αυτός διαχειρίζεται το νέο έργο πληροφορικής στην εταιρεία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store