Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
betreuen
01
φροντίζω, περιποιούμαι
Sich um jemanden kümmern und Verantwortung übernehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
treuen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
betreue
γ΄ ενικό πρόσωπο
betreut
ενεστώτα μετοχή
betreuend
απλός αόριστος
betreute
παθητική μετοχή
betreut
Παραδείγματα
Die Mutter betreut ihr krankes Kind.
Η μητέρα φροντίζει το άρρωστο παιδί της.
02
εποπτεύω, διαχειρίζομαι
Für ein Projekt oder eine Aufgabe verantwortlich sein
Παραδείγματα
Er betreut das neue IT-Projekt in der Firma.
Αυτός διαχειρίζεται το νέο έργο πληροφορικής στην εταιρεία.



























