betragen
betragen
bətʁa:gng
bētragng
beiwagenbeantragenbetretenbetreuen

Ορισμός και σημασία του "betragen"στα γερμανικά

betragen
01

ανέρχομαι σε, φτάνω σε

Eine bestimmte Menge, Zahl oder Summe ausmachen 
betragen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
tragen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
betrage
γ΄ ενικό πρόσωπο
beträgt
ενεστώτα μετοχή
betragend
απλός αόριστος
betrug
παθητική μετοχή
betragen
Παραδείγματα
Die Kosten betragen genau 250 Euro. 

Το κόστος ανέρχεται ακριβώς σε 250 ευρώ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store