Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
betragen
[past form: betrug]
01
ανέρχομαι σε, φτάνω σε
Eine bestimmte Menge, Zahl oder Summe ausmachen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
tragen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
betrage
γ΄ ενικό πρόσωπο
beträgt
ενεστώτα μετοχή
betragend
απλός αόριστος
betrug
παθητική μετοχή
betragen
Παραδείγματα
Die Länge des Tunnels beträgt 12 Kilometer.
Το μήκος της σήραγγας είναι 12 χιλιόμετρα.



























