betragen
Pronunciation
/bəˈtʀaːɡn̩/

Ορισμός και σημασία του "betragen"στα γερμανικά

betragen
[past form: betrug]
01

ανέρχομαι σε, φτάνω σε

Eine bestimmte Menge, Zahl oder Summe ausmachen
betragen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
tragen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
betrage
γ΄ ενικό πρόσωπο
beträgt
ενεστώτα μετοχή
betragend
απλός αόριστος
betrug
παθητική μετοχή
betragen
Παραδείγματα
Die Länge des Tunnels beträgt 12 Kilometer.
Το μήκος της σήραγγας είναι 12 χιλιόμετρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store