Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beten
[past form: betete]
01
προσεύχομαι, κάνω προσευχή
Sich in Gedanken oder laut an eine Gottheit oder höhere Macht zu wenden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bete
γ΄ ενικό πρόσωπο
betet
ενεστώτα μετοχή
betend
απλός αόριστος
betete
παθητική μετοχή
gebetet
Παραδείγματα
Die Kinder beteten gemeinsam in der Kirche.
Τα παιδιά προσεύχονταν μαζί στην εκκλησία.



























