beten
Pronunciation
/ˈbeːtən/

Ορισμός και σημασία του "beten"στα γερμανικά

beten
[past form: betete]
01

προσεύχομαι, κάνω προσευχή

Sich in Gedanken oder laut an eine Gottheit oder höhere Macht zu wenden
beten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bete
γ΄ ενικό πρόσωπο
betet
ενεστώτα μετοχή
betend
απλός αόριστος
betete
παθητική μετοχή
gebetet
Παραδείγματα
Die Kinder beteten gemeinsam in der Kirche.
Τα παιδιά προσεύχονταν μαζί στην εκκλησία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store