Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Besuch
01
επίσκεψη, συνάντηση
Das Treffen mit jemandem an einem Ort für eine bestimmte Zeit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Besuch(e)s
πληθυντικός τύπος
Besuche
Παραδείγματα
Unser Besuch bei den Großeltern war schön.
Η επίσκεψή μας στους παππούδες ήταν ωραία.
02
επισκέπτης, καλεσμένος
Eine Person, die jemanden oder einen Ort besucht
Παραδείγματα
Wir erwarten heute Besuch.
Περιμένουμε επισκέπτες σήμερα.



























