Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Bestätigung
01
επιβεβαίωση, βεβαίωση
Eine schriftliche oder mündliche Aussage, die etwas als richtig oder wahr erklärt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Bestätigungen
γενική πτώση
Bestätigung
Παραδείγματα
Ich habe eine Bestätigung per E-Mail bekommen.
Έλαβα μια επιβεβαίωση μέσω email.
LanGeek



























