Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bestehen
01
αποτελείται από, συνίσταται σε
Aus etwas zusammengesetzt sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
stehen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bestehe
γ΄ ενικό πρόσωπο
besteht
ενεστώτα μετοχή
bestehend
απλός αόριστος
bestand
παθητική μετοχή
bestanden
Παραδείγματα
Der Tisch besteht aus Holz.
Το τραπέζι είναι κατασκευασμένο από ξύλο.
02
περνώ, πετυχαίνω
Eine Prüfung erfolgreich bestehen
Παραδείγματα
Er hat die Prüfung bestanden.
Έχει περάσει την εξέταση.
03
υπάρχω, είμαι
Da sein
Παραδείγματα
Das Problem besteht noch immer.
Το πρόβλημα υπάρχει ακόμα.
04
συνίσταται σε, περιλαμβάνει
In etwas enthalten sein, etwas umfassen
Παραδείγματα
Die Arbeit besteht in der Analyse von Daten.
Η εργασία αποτελείται από την ανάλυση δεδομένων.



























