Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bestehen
01
αποτελείται από, συνίσταται σε
Aus etwas zusammengesetzt sein
Παραδείγματα
Das Haus besteht aus Backstein.
Το σπίτι είναι φτιαγμένο από τούβλα.
02
περνώ, πετυχαίνω
Eine Prüfung erfolgreich bestehen
Παραδείγματα
Er hat endlich seine Fahrprüfung bestanden.
Επιτέλους πέρασε την εξέταση οδήγησής του.
03
υπάρχω, είμαι
Da sein
Παραδείγματα
Interesse besteht an diesem Thema.
Υπάρχει ενδιαφέρον για αυτό το θέμα.
04
συνίσταται σε, περιλαμβάνει
In etwas enthalten sein, etwas umfassen
Παραδείγματα
Der Vertrag besteht aus mehreren Teilen.
Η σύμβαση αποτελείται από πολλά μέρη.


























