bestehen
bes
ˈbəʃ
bēsh
te
te:
te
hen
ən
ēn
bestehlenbesteigenbestechenbeziehen

Ορισμός και σημασία του "bestehen"στα γερμανικά

bestehen
01

αποτελείται από, συνίσταται σε

Aus etwas zusammengesetzt sein 
bestehen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
stehen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bestehe
γ΄ ενικό πρόσωπο
besteht
ενεστώτα μετοχή
bestehend
απλός αόριστος
bestand
παθητική μετοχή
bestanden
Παραδείγματα
Der Tisch besteht aus Holz. 

Το τραπέζι είναι κατασκευασμένο από ξύλο.

02

περνώ, πετυχαίνω

Eine Prüfung erfolgreich bestehen 
bestehen definition and meaning
Παραδείγματα
Er hat die Prüfung bestanden. 

Έχει περάσει την εξέταση.

03

υπάρχω, είμαι

Da sein 
bestehen definition and meaning
Παραδείγματα
Das Problem besteht noch immer. 

Το πρόβλημα υπάρχει ακόμα.

04

συνίσταται σε, περιλαμβάνει

In etwas enthalten sein, etwas umfassen 
Παραδείγματα
Die Arbeit besteht in der Analyse von Daten. 

Η εργασία αποτελείται από την ανάλυση δεδομένων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store