Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Bestandteil
01
συστατικό, στοιχείο
Ein Teil, der zu einem Ganzen gehört
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Bestandteile
γενική πτώση
Bestandteil(e)s
Παραδείγματα
Zucker ist ein wichtiger Bestandteil dieses Kuchens.
Η ζάχαρη είναι ένα σημαντικό συστατικό αυτού του κέικ.
LanGeek



























