besitzen
Pronunciation
/bəˈzɪtsən/

Ορισμός και σημασία του "besitzen"στα γερμανικά

besitzen
01

κατέχω, έχω

Etwas als Eigentum haben
besitzen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
sitzen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
besitze
γ΄ ενικό πρόσωπο
besitzt
ενεστώτα μετοχή
besitzend
απλός αόριστος
besaß
παθητική μετοχή
besessen
Παραδείγματα
Besitzt du einen Führerschein?
Κατέχεις δίπλωμα οδήγησης;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store