berechnen
Pronunciation
/bəˈrɛçnən/

Ορισμός και σημασία του "berechnen"στα γερμανικά

berechnen
01

υπολογίζω, καθορίζω

Etwas mit Zahlen oder Formeln bestimmen
berechnen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
rechnen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
berechne
γ΄ ενικό πρόσωπο
berechnet
ενεστώτα μετοχή
berechnend
απλός αόριστος
berechnete
παθητική μετοχή
berechnet
Παραδείγματα
Kannst du den Preis für mich berechnen?
Μπορείς να υπολογίσεις την τιμή για μένα;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store