bequem
bequem
bəkve:m
bēkvem

Ορισμός και σημασία του "bequem"στα γερμανικά

01

άνετος, ευχάριστος

Angenehm und ohne Anstrengung, sodass man sich gut fühlt 
bequem definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am bequemsten
συγκριτικός βαθμός
bequemer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Stuhl ist sehr bequem zum Sitzen. 

Η καρέκλα είναι πολύ άνετη για να καθίσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store