behalten
be
halten
ˈhaltn
haltn
behauptenbeinhaltenbeharren

Ορισμός και σημασία του "behalten"στα γερμανικά

behalten
01

κρατώ, διατηρώ

Etwas nicht weggeben oder nicht verlieren 
behalten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
halten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
behalte
γ΄ ενικό πρόσωπο
behält
ενεστώτα μετοχή
behaltend
απλός αόριστος
behielt
παθητική μετοχή
behalten
Παραδείγματα
Ich behalte das Buch. 

Εγώ κρατώ το βιβλίο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store