Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
behalten
01
κρατώ, διατηρώ
Etwas nicht weggeben oder nicht verlieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
halten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
behalte
γ΄ ενικό πρόσωπο
behält
ενεστώτα μετοχή
behaltend
απλός αόριστος
behielt
παθητική μετοχή
behalten
Παραδείγματα
Wir behalten die alten Möbel.
Εμείς διατηρούμε τα παλιά έπιπλα.



























