Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
begründen
01
δικαιολογώ
Einen Grund oder eine Erklärung für etwas geben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
gründen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
begründe
γ΄ ενικό πρόσωπο
begründet
ενεστώτα μετοχή
begründend
απλός αόριστος
begründete
παθητική μετοχή
begründet
Παραδείγματα
Sie konnte ihr Verhalten nicht begründen.
Δεν μπορούσε να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά της.



























