begründen
Pronunciation
/bəˈɡʀʏndn̩/

Ορισμός και σημασία του "begründen"στα γερμανικά

begründen
01

δικαιολογώ

Einen Grund oder eine Erklärung für etwas geben
begründen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
gründen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
begründe
γ΄ ενικό πρόσωπο
begründet
ενεστώτα μετοχή
begründend
απλός αόριστος
begründete
παθητική μετοχή
begründet
Παραδείγματα
Sie konnte ihr Verhalten nicht begründen.
Δεν μπορούσε να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store