Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Begründung
01
δικαιολόγηση, κίνητρο
Eine Erklärung, warum etwas getan oder gesagt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Begründung
πληθυντικός τύπος
Begründungen
Παραδείγματα
Die Begründung für seine Entscheidung war überzeugend.
Η αιτιολόγηση της απόφασής του ήταν πειστική.



























