Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Begründung
[gender: feminine]
01
δικαιολόγηση, κίνητρο
Eine Erklärung, warum etwas getan oder gesagt wird
Παραδείγματα
Er hatte keine gute Begründung für sein Verhalten.
Δεν είχε καλή δικαιολογία για τη συμπεριφορά του.


























