begrüßen
Pronunciation
/bəˈɡʁyːsən/

Ορισμός και σημασία του "begrüßen"στα γερμανικά

begrüßen
01

καλωσορίζω, χαιρετώ

Jemanden freundlich empfangen oder eine Meinung positiv aufnehmen
begrüßen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
grüßen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
begrüße
γ΄ ενικό πρόσωπο
begrüßt
ενεστώτα μετοχή
begrüßend
απλός αόριστος
begrüßte
παθητική μετοχή
begrüßt
Παραδείγματα
Ich begrüße es, dass du pünktlich bist.
Καλωσορίζω ότι είσαι ακριβής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store