Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
begrenzen
01
περιορίζω
Etwas in seiner Größe, Menge, Dauer oder Reichweite einschränken oder klar abgrenzen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
begrenze
γ΄ ενικό πρόσωπο
begrenzt
ενεστώτα μετοχή
begrenzend
απλός αόριστος
begrenzte
παθητική μετοχή
begrenzt
Παραδείγματα
Dieses Ticket begrenzt die Nutzung auf eine Person.
Αυτό το εισιτήριο περιορίζει τη χρήση σε ένα άτομο.



























