Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Beginn
[gender: masculine]
01
αρχή, ξεκίνημα
Der Zeitpunkt, an dem etwas anfängt
Παραδείγματα
Der Beginn einer neuen Arbeit ist immer aufregend.
Η αρχή μιας νέας δουλειάς είναι πάντα συναρπαστική.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αρχή, ξεκίνημα