der beginn
be
ginn
ˈgɪn
gin
gewinnwohindarindorthin

Ορισμός και σημασία του "beginn"στα γερμανικά

01

αρχή, ξεκίνημα

Der Zeitpunkt, an dem etwas anfängt 
der Beginn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Beginne
γενική πτώση
Beginns
Παραδείγματα
Der Beginn des Films ist um 20 Uhr. 

Η αρχή της ταινίας είναι στις 20:00.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store