Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
begeistert
01
ενθουσιασμένος, παθιασμένος
Mit viel Freude, Interesse oder Leidenschaft erfüllt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am begeistertsten
συγκριτικός βαθμός
begeisterter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Trotz des Regens blieb das Publikum begeistert.
Παρά τη βροχή, το κοινό παρέμεινε ενθουσιασμένο.



























