begeistert
Pronunciation
/bəˈɡaɪ̯stɐt/

Ορισμός και σημασία του "begeistert"στα γερμανικά

begeistert
01

ενθουσιασμένος, παθιασμένος

Mit viel Freude, Interesse oder Leidenschaft erfüllt
begeistert definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am begeistertsten
συγκριτικός βαθμός
begeisterter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Trotz des Regens blieb das Publikum begeistert.
Παρά τη βροχή, το κοινό παρέμεινε ενθουσιασμένο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store