begreifen
begreifen
bəgʁaɪ̯fɱ
bēgraifm
begrenzen

Ορισμός και σημασία του "begreifen"στα γερμανικά

begreifen
01

καταλαβαίνω, συνειδητοποιώ

Etwas verstehen oder realisieren 
begreifen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
begreife
γ΄ ενικό πρόσωπο
begreift
ενεστώτα μετοχή
begreifend
απλός αόριστος
begriff
παθητική μετοχή
begriffen
Παραδείγματα
Ich kann das Problem nicht begreifen. 

Δεν μπορώ να καταλάβω το πρόβλημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store