begreifen
Pronunciation
/bəˈɡʀaɪ̯fn̩/

Ορισμός και σημασία του "begreifen"στα γερμανικά

begreifen
[past form: begriff]
01

καταλαβαίνω, συνειδητοποιώ

Etwas verstehen oder realisieren
begreifen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
begreife
γ΄ ενικό πρόσωπο
begreift
ενεστώτα μετοχή
begreifend
απλός αόριστος
begriff
παθητική μετοχή
begriffen
Παραδείγματα
Er begriff sofort, was passiert war.
Αμέσως κατάλαβε τι είχε συμβεί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store