begeben
begeben
bəge:bɐn
bēgebn
begehenbehebenbebenbeleben

Ορισμός και σημασία του "begeben"στα γερμανικά

begeben
01

κατευθύνομαι, πηγαίνω

An einen bestimmten Ort gehen oder fahren 
begeben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
geben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
begebe
γ΄ ενικό πρόσωπο
begibt
ενεστώτα μετοχή
begebend
απλός αόριστος
begab
παθητική μετοχή
begeben
Παραδείγματα
Wir begeben uns jetzt zum Bahnhof. 

Κατευθυνόμαστε τώρα προς τον σταθμό του τρένου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store