Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
befürworten
01
υποστηρίζω, εγκρίνω
Etwas gutheißen oder dafür sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
befürworte
γ΄ ενικό πρόσωπο
befürwortet
ενεστώτα μετοχή
befürwortend
απλός αόριστος
befürwortete
παθητική μετοχή
befürwortet
Παραδείγματα
Sie befürworten eine bessere Bildungspolitik.
Αυτοί υποστηρίζουν μια καλύτερη εκπαιδευτική πολιτική.



























