befürworten
befürworten
bəfy:ɐ̯vɔʁtən
bēfyvawrtēn

Ορισμός και σημασία του "befürworten"στα γερμανικά

befürworten
01

υποστηρίζω, εγκρίνω

Etwas gutheißen oder dafür sein 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
befürworte
γ΄ ενικό πρόσωπο
befürwortet
ενεστώτα μετοχή
befürwortend
απλός αόριστος
befürwortete
παθητική μετοχή
befürwortet
Παραδείγματα
Ich befürworte dieses Projekt. 

Εγώ υποστηρίζω αυτό το έργο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store