Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
befassen
01
ασχολούμαι με, επεξεργάζομαι
Mit etwas beschäftigt sein oder sich mit einem Thema auseinandersetzen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
befasse
γ΄ ενικό πρόσωπο
befasst
ενεστώτα μετοχή
befassend
απλός αόριστος
befasste
παθητική μετοχή
befasst
Παραδείγματα
Der Artikel befasst sich mit den Folgen des Klimawandels.
Το άρθρο ασχολείται με τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής.
02
ασχολούμαι με, αφιερώνω τον εαυτό μου σε
Sich aktiv mit etwas beschäftigen oder sich darauf konzentrieren
Παραδείγματα
Der Professor befasst sich seit Jahren mit Quantenphysik.
Ο καθηγητής ασχολείται με την κβαντική φυσική εδώ και χρόνια.



























