Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
befassen
01
ασχολούμαι με, επεξεργάζομαι
Mit etwas beschäftigt sein oder sich mit einem Thema auseinandersetzen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
befasse
γ΄ ενικό πρόσωπο
befasst
ενεστώτα μετοχή
befassend
απλός αόριστος
befasste
παθητική μετοχή
befasst
Παραδείγματα
Das Gericht wird sich morgen mit diesem Fall befassen.
Το δικαστήριο θα ασχοληθεί με αυτή την υπόθεση αύριο.
02
ασχολούμαι με, αφιερώνω τον εαυτό μου σε
Sich aktiv mit etwas beschäftigen oder sich darauf konzentrieren
Παραδείγματα
Sie befasst sich intensiv mit ihrem neuen Projekt.
Αυτή ασχολείται εντατικά με το νέο της έργο.



























