Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beeinflussen
01
επηρεάζω, επιδρώ
Auf jemanden oder etwas einwirken, um eine Veränderung oder Entscheidung zu bewirken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
einflussen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beeinflusse
γ΄ ενικό πρόσωπο
beeinflusst
ενεστώτα μετοχή
beeinflussend
απλός αόριστος
beeinflusste
παθητική μετοχή
beeinflusst
Παραδείγματα
Vermeide es, andere negativ zu beeinflussen!
Αποφύγετε να επηρεάζετε αρνητικά τους άλλους!



























