Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sich beeilen
01
βιάζομαι, σπεύδω
Sich schnell bewegen oder etwas schnell tun
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
eilen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beeile
γ΄ ενικό πρόσωπο
beeilt
ενεστώτα μετοχή
beeilend
απλός αόριστος
beeilte
παθητική μετοχή
beeilt
Παραδείγματα
Du solltest dich nicht so beeilen.
Δεν πρέπει να βιάζεσαι τόσο πολύ.



























