sich beeilen
beeilen
bəʔaɪ̯lən
bēailēn
beeiden

Ορισμός και σημασία του "beeilen"στα γερμανικά

sich beeilen
01

βιάζομαι, σπεύδω

Sich schnell bewegen oder etwas schnell tun 
sich beeilen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
eilen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beeile
γ΄ ενικό πρόσωπο
beeilt
ενεστώτα μετοχή
beeilend
απλός αόριστος
beeilte
παθητική μετοχή
beeilt
Παραδείγματα
Beeil dich, sonst kommen wir zu spät. 

Βιάσου, αλλιώς θα αργήσουμε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store