Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
basteln
01
κατασκευάζω χειροτεχνίες, κατασκευάζω
Mit den Händen etwas selbst herstellen, oft kleine Gegenstände oder Kunstwerke
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bastle
γ΄ ενικό πρόσωπο
bastelt
ενεστώτα μετοχή
bastelnd
απλός αόριστος
bastelte
παθητική μετοχή
gebastelt
Παραδείγματα
Im Kindergarten basteln die Kinder jeden Tag.
Στο νηπιαγωγείο, τα παιδιά κάνουν χειροτεχνίες κάθε μέρα.



























