basteln
Pronunciation
/ˈbastəln/

Ορισμός και σημασία του "basteln"στα γερμανικά

basteln
01

κατασκευάζω χειροτεχνίες, κατασκευάζω

Mit den Händen etwas selbst herstellen, oft kleine Gegenstände oder Kunstwerke
basteln definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bastle
γ΄ ενικό πρόσωπο
bastelt
ενεστώτα μετοχή
bastelnd
απλός αόριστος
bastelte
παθητική μετοχή
gebastelt
Παραδείγματα
Im Kindergarten basteln die Kinder jeden Tag.
Στο νηπιαγωγείο, τα παιδιά κάνουν χειροτεχνίες κάθε μέρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store