der bart
bart
baʁt
bart
bauart

Ορισμός και σημασία του "bart"στα γερμανικά

01

γένι, πρόσωπο τρίχωμα

Gesichtshaare am Kinn und an den Wangen 
der Bart definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Bärte
γενική πτώση
Bart(e)s
Παραδείγματα
Er hat einen langen Bart. 

Έχει ένα μακρύ γένι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store