Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Aussage
[gender: feminine]
01
δήλωση, ισχυρισμός
Eine geäußerte Meinung oder Behauptung
Παραδείγματα
Seine Aussage war klar.
Η δήλωσή του ήταν σαφής.
02
επίσημη δήλωση, επίσημη ανακοίνωση
Eine offizielle Erklärung
Παραδείγματα
Er machte eine Aussage bei der Polizei.
Έκανε μια δήλωση στην αστυνομία.


























