Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Ausrüstung
01
εξοπλισμός, εξάρτυση
Eine Sammlung von Werkzeugen, Geräten oder Materialien, die für eine bestimmte Tätigkeit oder Aufgabe benötigt werden
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Ausrüstung
πληθυντικός τύπος
Ausrüstungen
Παραδείγματα
Das Labor verfügt über moderne Ausrüstung.
Το εργαστήριο διαθέτει σύγχρονο εξοπλισμό.



























