Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausrüsten
[past form: rüstete aus]
01
εξοπλίζω, εφοδιάζω
Jemanden oder etwas mit den notwendigen Geräten, Werkzeugen oder Ausstattungen versehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
rüsten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
rüste aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
rüstet aus
ενεστώτα μετοχή
ausrüstend
απλός αόριστος
rüstete aus
παθητική μετοχή
ausgerüstet
Παραδείγματα
Die Schule wird mit Computern ausgerüstet.
Το σχολείο εξοπλίζεται με υπολογιστές.



























