Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausruhen
01
eine Pause machen und neue Kraft bekommen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
ruhen
βοηθητικό ρήμα
haben
απλός αόριστος
ruhte aus
παθητική μετοχή
ausgeruht
Παραδείγματα
Der Patient muss sich viel ausruhen.



























