Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausrichten
01
μεταδίδω, επικοινωνώ
Jemandem eine Nachricht oder Information übermitteln
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
richten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
richte aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
richtet aus
ενεστώτα μετοχή
ausrichtend
απλός αόριστος
richtete aus
παθητική μετοχή
ausgerichtet
Παραδείγματα
Kannst du ihm die Nachricht ausrichten?
Μπορείς να του μεταδώσεις το μήνυμα;
02
ευθυγραμμίζω, προσανατολίζω
Etwas an einer bestimmten Referenz oder Richtung orientieren
Παραδείγματα
Die Architekten richteten das Gebäude nach der Sonne aus.
Οι αρχιτέκτονες προσανατόλισαν το κτίριο προς τον ήλιο.



























