Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Ausdauertraining
01
προπόνηση αντοχής, άσκηση αντοχής
Eine Trainingsform, bei der man über längere Zeit aktiv bleibt, um Herz, Lunge und Muskeln zu stärken
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Ausdauertrainings
γενική πτώση
Ausdauertrainings
Παραδείγματα
Ausdauertraining verbessert die Herz-Kreislauf-Gesundheit.
Η προπόνηση αντοχής βελτιώνει την καρδιαγγειακή υγεία.
LanGeek



























