Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausbauen
01
αποσυναρμολογώ, αποσπώ
Etwas auseinandernehmen oder demontieren, typischerweise Teile einer Maschine oder Einrichtung
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
bauen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
baue aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
baut aus
ενεστώτα μετοχή
ausbauend
απλός αόριστος
baute aus
παθητική μετοχή
ausgebaut
Παραδείγματα
Kannst du dieses Regal ausbauen?
Μπορείς να αποσυναρμολογήσεις αυτό το ράφι ;
02
επεκτείνω, βελτιώνω
Etwas erweitern oder verbessern, z.B. Infrastruktur, Fähigkeiten oder Systeme
Παραδείγματα
Die Regierung plant, die digitale Infrastruktur auszubauen.
Η κυβέρνηση σχεδιάζει να επεκτείνει την ψηφιακή υποδομή.



























