Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aufwärmen
01
ζεσταίνω, προετοιμάζω
Die Vorbereitung des Körpers vor dem Sport, um Muskeln und Herz-Kreislauf-System vorzubereiten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
wärmen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wärme auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
wärmt auf
ενεστώτα μετοχή
aufwärmend
απλός αόριστος
wärmte auf
παθητική μετοχή
aufgewärmt
Παραδείγματα
Das Aufwärmen vor dem Training ist sehr wichtig.
Η προθέρμανση πριν από την προπόνηση είναι πολύ σημαντική.



























