aufwärmen
aufwärmen
aʊ̯fvɛɐ̯mən
awfvemēn

Ορισμός και σημασία του "aufwärmen"στα γερμανικά

aufwärmen
01

ζεσταίνω, προετοιμάζω

Die Vorbereitung des Körpers vor dem Sport, um Muskeln und Herz-Kreislauf-System vorzubereiten 
aufwärmen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
wärmen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wärme auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
wärmt auf
ενεστώτα μετοχή
aufwärmend
απλός αόριστος
wärmte auf
παθητική μετοχή
aufgewärmt
Παραδείγματα
Das Aufwärmen vor dem Training ist sehr wichtig. 

Η προθέρμανση πριν από την προπόνηση είναι πολύ σημαντική.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store