aufwachen
aufwachen
aʊ̯fvaxn
awfvakhn
auslachenaufsuchenaufweichenausmachen

Ορισμός και σημασία του "aufwachen"στα γερμανικά

aufwachen
01

ξυπνάω, αφυπνίζομαι

Aus dem Schlaf in den Wachzustand wechseln 
aufwachen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
wachen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
wache auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
wacht auf
ενεστώτα μετοχή
aufwachend
απλός αόριστος
wachte auf
παθητική μετοχή
aufgewacht
Παραδείγματα
Ich wache jeden Morgen um 7 Uhr auf. 

Ξυπνάω κάθε πρωί στις 7 η ώρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store