aufwachen
Pronunciation
/ˈaʊfˌvaxən/

Ορισμός και σημασία του "aufwachen"στα γερμανικά

aufwachen
01

ξυπνάω, αφυπνίζομαι

Aus dem Schlaf in den Wachzustand wechseln
aufwachen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
wachen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
wache auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
wacht auf
ενεστώτα μετοχή
aufwachend
απλός αόριστος
wachte auf
παθητική μετοχή
aufgewacht
Παραδείγματα
Ich träumte schön, als der Wecker mich aufweckte.
Ονειρευόμουν όμορφα όταν το ξυπνητήρι με ξύπνησε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store