der Auftritt
Pronunciation
/ˈaʊftʀɪt/

Ορισμός και σημασία του "auftritt"στα γερμανικά

Der Auftritt
[gender: masculine]
01

παράσταση, εκτέλεση

Eine Darbietung vor Publikum
der Auftritt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Auftritt(e)s
πληθυντικός τύπος
Auftritte
Παραδείγματα
Ihr erster Auftritt auf der Bühne war nervenaufreibend.
Η πρώτη της εμφάνιση στη σκηνή ήταν νευρική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store