Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Auftritt
[gender: masculine]
01
παράσταση, εκτέλεση
Eine Darbietung vor Publikum
Παραδείγματα
Ihr erster Auftritt auf der Bühne war nervenaufreibend.
Η πρώτη της εμφάνιση στη σκηνή ήταν νευρική.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
παράσταση, εκτέλεση